γρυνός

γρῡνός, ,
A fagot, firebrand, Hom.Fr.18, Lyc.86,294.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρυνός — και γρουνός, ο (Α) ξερό ξύλο, δαυλός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. ανάγεται σε IE *greus «καίω, σιγοκαίω»] …   Dictionary of Greek

  • γρυνός — fagot masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρῦνος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυνοί — γρυνός fagot masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυνῶν — γρυνός fagot masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυνόν — γρυνός fagot masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρῦνοι — γρῦνος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρουνός — ο βλ. γρυνός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.